Ποίηση

Ο ποιμενικός

Μὰ κι Ἐσὺ μὲ ἀγάπησες
μ’ ἀγάπη πιὸ μεγάλη,
μιὰν ἀγάπη ποὺ ὅμοια της
στὸν κόσμο δὲν εἶν’ ἄλλη!


Δὲ σ’ ἔχω διαλέξει ἐγώ,
μὰ Ἐσὺ μ’ ἔχεις διαλέξει.
Καὶ στὰ βάθη μου ἔγραψες
τὴν ὑπερούσια λέξη.

Τ’ Ὄνομά Σου τ’ ἀκριβὸ
μέσα μου τὄχεις γράψει,
καὶ κανένας δὲ μπορεῖ
νὰ σβήση ἢ νὰ τ’ ἀλλάξη.


Τ’ Ὄνομά Σου τ’ ἀκριβὸ
μέσα μου τὄχεις γράψει,
καὶ μιὰ σπίθα μυστικὴ
στὰ βάθη μου ἔχεις θάψει,


κι ὅλο μέσα μου θερμὴ
καὶ ζωντανὴ σαλεύει.
Κι ἡ καρδιά μου πάντα Ἐσὲ
πιστεύει καὶ λατρεύει.

Μὰ φτωχὴ εἶν’ ἡ προσφορὰ
–καὶ φλόγα ἡ σπίθα ἂν γίνη–
στῆς δικῆς σου μπρὸς στοργῆς
τὸ φλογερὸ καμίνι.


Ἄπειρη κι ἀμέτρητη
ἡ ἀγάπη Σου γιὰ μένα.
(Πές μου τὴν παραβολὴ
γιὰ τὸν καλὸ Ποιμένα!)


Πές μου τὸ Τραγούδι σου
γιὰ τὸν καλὸν τσοπάνο
ποὺ γυρνᾶ σὲ ρεματιὲς
καὶ σὲ κορφὲς ἀπάνω,


πρόθυμος νὰ στερηθῆ,
νὰ χτυπηθῆ, νὰ πάθη,
γιὰ νὰ βρῆ τὸ πρόβατο
ποὺ τοὔφυγε κι ἐχάθη.


Πῆρε τὴν ἀγκλίτσα του
καὶ κίνησε ἀπ’ τὴ στάνη,
μὲ λαχτάρα ἀναρωτᾶ
σ’ ὅποια καλύβα φτάνει.


Ψάχνει κάθε πατουλιὰ
καὶ βράχο καὶ ρουμάνι,
στὸ λιβάδι, στὴν πηγή,
στὸ βαρυκό, στὸ χάνι.


Ἔτρεξε, πληγώθηκε,
τοῦ ρίχτηκαν οἱ λύκοι,
τὸν κυνήγησε ἡ νυχτιὰ
καὶ τοῦ θανάτου ἡ φρίκη.


Δίψασε καὶ σκέβρωσε,
τὸν στέγνωσεν ἡ πείνα·
ξέχασε κι ὁ νοῦς του πιὰ
τὴ μέρα καὶ τὸ μήνα.


Ἔπεσε, σηκώθηκε,
σταλάζει αἷμα κι ἱδρώτα.
– Θέ μου, καὶ νὰ τὄβρισκε,
καὶ νάτανε σὰν πρῶτα!


Τέλος, ὦ ἄφραστη χαρὰ
κι ἀνείπωτη εὐτυχία!
κι ὦ τῆς γῆς καὶ τ’ οὐρανοῦ
πρωτόφαντη εὐτυχία!


Νά τ’ ἀγαπημένο του
τὸ πρόβατο καὶ πάλι!
Μέσ’ στοὺς βάτους πὄμπλεξε

σαλεύει τὸ κεφάλι.


Ἔσκυψε καὶ τ’ ἅρπαξε,
τ’ ἀγκάλιασε μὲ θέρμη,
τὸ χαϊδεύει, τὸ φιλεῖ,
στὸν ὦμο του τὸ παίρνει.


Τὸ χρυσάφι ὅλης τῆς γῆς
κρατάει, θαρρεῖς, στὴν πλάτη!
Ρίχτηκε σφυρίζοντας
στὸ πρῶτο μονοπάτι.


Τρέχει τὸν κατήφορο
καὶ κράζει ἀπ’ τὴ χαρά του.
Κάπου στέκει μιὰ στιγμὴ
νὰ τ’ ἀπιθώση κάτου,

κι ὦ οὐρανέ, μὲ ποιὰ στοργὴ
σκύβει καὶ τὸ κυττάζει,
πῶς κι ἐκεῖνο ἀντάμα του
χορεύει καὶ γιορτάζει!


Πῶς τὸν γλείφει εὐγνώμονα,
χαϊδεύεται σιμά του,
σὰν τραγούδι λυτρωμοῦ
μοιάζει τὸ βέλασμά του.


Τὄσφιξε, τ’ ἀγκάλιασε,
καὶ δρόμο ξαναπαίρνει,
–τί γοργὸς ὁ γυρισμός!–
στὴ στάνη του τὸ φέρνει.


Φίλοι του καὶ μπιστικοί,
δικοί του καὶ παιδιά του,
κράξετε, χορέψετε,
χαρῆτε στὴ χαρά του!

Πηγή: Βερίτης Γιώργος, Άπαντα Ποιήματα

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *