[…]
Και μια μέρα μόνος βρέθηκα 295
έξω από το βούισμα του κόσμου·
σε μιας λίμνης άκρη, εγώ, ασυντρόφευτος,
μόνος, εγώ και ο εαυτός μου·
κι έβλεπα τα ολόστρωτα νερά,
και μαζί τα βάθια τα δικά μου, 300
κι άνθιζε άνθος μέσα στην καρδιά μου
πιο απαλό για να το πω καημό,
πιο βαθύ για να το κράξω έννοια·
και τριγύρω αχνό το δειλινό
την παιδούλαν ώρα κοίμιζε 305
σε αγκαλιά μενεξεδένια.
Και ήταν όλα ασάλευτα·
και οι λευκοί λωτοί οι απανωτοί
και ο ψηλόλιγνος ο καλαμιώνας,
άνθια, πολυτρίχια, και όλα, 310
μες στα βάθη σα να τα ’βλεπες
μιας λιγνοζωγράφιστης εικόνας.
Και όλα σώπαιναν ολότελα,
και ήταν η μεγάλη η σιωπή
της μεγάλης πλάσης που έσκυψε 315
κι έβαλε τ’ αφτί
για ν’ ακούσει το μεγάλο μυστικό
που δεν έχει ώς τώρα γρικηθεί.
[...]
Πηγή: Ο δωδεκάλογος του γύφτου, Ψηφίδες για την ελληνική γλώσσα