Έμαθα να ζω απλά και με σοφία,
να κοιτώ τον ουρανό και να προσεύχομαι στον Θεό,
και να περιπλανούμαι ώρα πολλή στο δειλινό,
για να κουράσω την ασήμαντη αγωνία.
Όταν θροΐζουν οι κολλιτσίδες στο φαράγγι
και γέρνουν τα κλαδιά των κιτρινοκόκκινων μουριών,
χαρούμενους στίχους γράφω
για την φθαρτή, φθαρτή αλλά θαυμάσια ζωή.
Επιστρέφω. Ο μαλλιαρός γάτος
μου γλείφει την παλάμη κι ευχάριστα νιαουρίζει,
και σιγά σιγά ανάβει η λαμπερή φωτιά
στο παρατηρητήριο του παραλίμνιου υλοτομείου.
Σπάνια μόνο τρυπά την ησυχία
η φωνή του πελαργού που στάθηκε στη σκεπή.
Κι αν την πόρτα μου χτυπήσεις
μου φαίνεται, ότι ούτε που θα σε ακούσω.
Άννα Αχμάτοβα, 1889-1966, Ρωσίδα ποιήτρια.