Ένας βράχος στα βουνά
συλλογιέται μοναχός του.
Ένα ρυάκι, που περνά,
κάτι τραγουδάει εμπρός του.
Μία ανεμώνη, που ανθεί
εις τον βράχο στηριγμένη,
να νοήσει προσπαθεί
το τραγούδι τι σημαίνει.
Κι᾿ όλο σκύφτει πιο πολύ,
και ξεχνά το στήριγμά της.
Τι τραγούδι να λαλεί
ο τρεχάμενος διαβάτης;
Τραγουδεί για μια αγκαλιά,
που με πόθον ανοιγμένη
στην χρυσήν ακρογιαλιά
μέρα νύχτα τον προσμένει.
– Αχ, κι᾿ ας ήμουν, λέγ᾿, εγώ
κείνη που θα τ᾿ αγκαλιάσει!
Και το ρεύμα το γοργό
σκύβ᾿ ἡ λουλουδιά να φθάσει!
Μα, σαν έσκυβ᾿ έτσι δα
το νερό με την ορμή του
τα φυλλάκια της μαδά
τα κατρακυλά μαζί του.
Τώρα στέκει μαδητή,
στέκει στέλεχος μονάχο!
Γιατί, αχ! γιατὶ
ξεστηρίχθηκ᾿ απ᾿ τον βράχο!
Γεώργιος Βιζυηνός