Γενικά

Φωνές | Γ´ μέρος αφιερώματος | Αντόνιο Πόρτσια

159. Καμία φορά, τη νύχτα, ανάβω ένα φως για να μη βλέπω. [σ. 48]

160. Το δέντρο είναι μόνο του, το σύννεφο μόνο του. Όλα είναι μόνα τους, όταν είμαι μόνος.

162. Αφού δε σκέπτεσαι ν’ αλλάξεις δρόμο, γιατί ν’ αλλάξεις οδηγό; [σ. 49]

170. Σ’ αγαπώ όπως είσαι, αλλά μη μου λες πώς είσαι. [σ. 51]

180. Όπου φέγγει μία μικρή λάμπα, δεν ανάβω τη δική μου. [53]

184. Μπορεί να υπάρχει μία έρημος εκεί όπου υπάρχει φως, όχι εκεί όπου υπάρχει σκοτάδι.

190. Τι σου έχω δώσει το ξέρω. Τι πήρες, δεν ξέρω. [σ. 55]

204. Δεν έχεις τίποτα και θα μου έδινες έναν κόσμο. Σου χρωστάω έναν κόσμο. [σ. 57]

205. Ο τυφλός σηκώνει ένα άστρο στους ώμους του. [σ. 58]

207. Εκεί όπου κοιτάζουν τα μάτια μου, είναι τα μάτια μου που κοιτάζουν.

220. Όταν νομίζω πως ακούς τα λόγια μου, μου φαίνονται δικά σου τα λόγια μου κι ακούω τα λόγια μου. [σ. 61].

234. Ό,τι κουβαλάω φυλακισμένο μέσα μου, βρίσκεται ελεύθερο κάπου αλλού. [σ. 64]

238. Αν θέλεις τα λουλούδια του κήπου σου να μην πεθάνουν, άνοιξε τον κήπο σου.

244. Μια μεγάλη καρδιά γεμίζει με ελάχιστα. [σ. 66]

245. Σε μία ψυχή γεμάτη χωράνε τα πάντα· σε μία ψυχή άδεια δε χωράει τίποτα.Όποιος θέλει ας το καταλάβει !

248. Μου λέει πως είμαι τυφλός, αυτό που βλέπω.

250. Εσύ με κάνεις να νιώθω αυτό που νιώθω, όμως δεν είσ’ εσύ αυτό που νιώθω. Και όλα είναι όπως εσύ: με κάνουν και νιώθω αυτό που νιώθω. Και τι είναι αυτό που νιώθω; [σ. 67]

πηγή: Πόρτσια Α. (2007), Επιλογή από τις Voces, (μτφρ. Ε. Χ. Γονατάς, Στοχασμοί-3, εκδ. στιγμή)

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *